Άρρωστος βαριά στο στρώμα
και δεν ήρθες να με δεις,
μοναχά μια γυναικούλα,
η φτωχιά μου η μανούλα
με παραστέκει ολημερίς.
Αχ! η μάνα, αχ! η μάνα.
Στο προσκέφαλο του πόνου,
στην αρρώστια τη βαρειά,
ποιος θα με παρηγορήσει,
ποιος για `με θα ξενυχτήσει,
μονάχα η μάνα η γλυκιά.
Αχ! η μάνα, αχ! η μάνα.
Τσακισμένη απ’ τον πόνο
και με πίκρα στην καρδιά,
πως βαστάει, πως αντέχει
μέρα νύχτα και όλο τρέχει
για να μου βρει τα γιατρικά.
Αχ! η μάνα, αχ! η μάνα.